Τουρκική
Εισβολή
Ο
Τουρκικός
στρατός
εισέβαλε στην
Κύπρο στις 20
Ιουλίου 1974. Η
Τουρκία
ανακοίνωσε ότι
η εισβολή ήταν
μια «ειρηνευτική
επιχείρηση»
για
αποκατάσταση
της
συνταγματικής
τάξης , όταν
συνεπεία του
ελληνικού
στρατιωτικού
πραξικοπήματος
ανατράπηκε η
Κυπριακή
Κυβέρνηση. Η
Τουρκία
ισχυρίστηκε
ότι ενεργούσε
σύμφωνα με τους
όρους της
Συνθήκης
Εγγυήσεως του 1960.
Το άρθρο
τέσσερα όμως
της Συνθήκης
αναφέρει ότι σε
περίπτωση
παραβίασης της
Συνθήκης και αν
δεν είναι
δυνατή κοινή ή
συντονισμένη
ενέργεια των
τριών
εγγυητριών
δυνάμεων, τότε
η καθεμιά έχει
το δικαίωμα «να
ενεργήσει με
μόνον σκοπόν
την επαναφοράν
της δια της
παρούσης
συνθήκης
δημιουργηθείσης
καταστάσεως».
Με άλλα λόγια
οποιαδήποτε
ενέργεια θα
έπρεπε να
αποβλέπει στην
αποκατάσταση
της
συνταγματικής
τάξεως.
Οι
δυνάμεις
εισβολής
αποβιβάστηκαν
στη βόρεια ακτή
του νησιού
κοντά στην
Κερύνεια. Οταν
επιτεύχθηκε η
συμφωνία
κατάπαυσης του
πυρός, τρεις
μέρες μετά την
εισβολή, τα
τουρκικά
στρατεύματα
κατείχαν το 3%
του εδάφους της
Κύπρου. Επίσης
πέντε χιλιάδες
Ελληνοκύπριοι
είχαν
εγκαταλείψει
τα σπίτια τους.
Συνεπεία
της εισβολής, η
Χούντα των
Αθηνών που ήταν
τότε στην
εξουσία,
κατέρρευσε και
ανεκλήθη ο
Κωνσταντίνος
Καραμανλής από
την αυτοεξορία
του στο Παρίσι
για να
σχηματίσει νέα
Κυβέρνηση. Στην
Κύπρο, ο Νίκος
Σαμψών, τον
οποίο η Χούντα
εγκατέστησε ως
Πρόεδρο της
Δημοκρατίας,
παρέδωσε την
εξουσία στον
Πρόεδρο της
Βουλής των
Αντιπροσώπων κ.
Γλαύκο Κληρίδη,
ενώ εκκρεμούσε
η επιστροφή στο
νησί του
συνταγματικά
εκλελεγμένου
Προέδρου
Αρχιεπισκόπου
Μακαρίου, ο
οποίος είχε
διαφύγει στο
εξωτερικό
προκειμένου να
σωθεί από τους
πραξικοπηματίες.
Ακολούθησαν
δύο
αναποτελεσματικές
διασκέψεις στη
Γενεύη , η πρώτη
ανάμεσα στη
Βρετανία, την
Ελλάδα και την
Τουρκία και η
δεύτερη με τη
συμμετοχή
εκπροσώπων των
Ελληνοκυπρίων
και των
Τουρκοκυπρίων.
Ενώ διεξήγοντο
οι διασκέψεις
αυτές τα
τουρκικά
στρατεύματα
επεξέτειναν
σταθερά την
περιοχή που
είχαν υπό τον
έλεγχό τους.
Στις 14
Αυγούστου, παρά
το ότι
συνεχίζοντο οι
συνομιλίες στη
Γενεύη, ο
τουρκικός
στρατός
ξεκίνησε μια
δεύτερη
πλήρους
κλίμακας
επίθεση,
καταρρακώνοντας
η ίδια το
επιχείρημά της
ότι είχε
εισβάλει δήθεν
για να
αποκαταστήσει
τη
συνταγματική
τάξη, μιας και η
συνταγματική
τάξη είχε ήδη
αποκατασταθεί
με την ανάληψη
της εξουσίας
από τον Πρόεδρο
της Βουλής των
Αντιπροσώπων κ.
Γλαύκο Κληρίδη.
Το άρθρο 36 του
Συντάγματος
αναφέρει ρητά
ότι σε
περίπτωση
απουσίας του
Προέδρου της
Δημοκρατίας
τον αναπληροί ο
Πρόεδρος της
Βουλής των
Αντιπροσώπων.
Μετά
το τέλος της
δεύτερης φάσης
της εισβολής η
Τουρκία αύξησε
τα εδάφη που
είχε θέσει υπό
τον έλεγχό της,
περιλαμβανομένης
της
τουριστικής
περιοχής της
Αμμοχώστου και
της περιοχής
της Μόρφου, που
είναι πλούσια
σε παραγωγή
εσπεριδοειδών.
Συνολικά 36%
σχεδόν του
εδάφους της
Κυπριακής
Δημοκρατίας
περιήλθε υπό
στρατιωτική
κατοχή, μια
περιοχή που η
Τουρκία
εξακολουθεί να
κατέχει μέχρι
σήμερα παρά τη
διεθνή
καταδίκη.
Η
προέλαση των
τουρκικών
στρατευμάτων
σταμάτησε σε
μια γραμμή η
οποία είχε
προταθεί από
την Τουρκία ως
η διαχωριστική
γραμμή της
διχοτόμησης
του νησιού το 1965.
Η γραμμή αυτή
έγινε γνωστή ως
γραμμή Αττίλα
από την κωδική
ονομασία που
είχε δώσει η
Τουρκία στην
επιχείρηση της
εισβολής. Ως
γνωστόν, ο
Αττίλας ήταν ο
αρχηγός των
Ούννων που
έμεινε γνωστός
στην Ιστορία ως
«μάστιγα του
Θεού».
Ως
αποτέλεσμα της
εισβολής 28% των
Ελληνοκυπρίων
έγιναν
πρόσφυγες στην
ίδια τους την
πατρίδα και 70%
της
οικονομικής
παραγωγικότητας
περιήλθε υπό
στρατιωτική
κατοχή.
Επιπλέον
χιλιάδες
άνθρωποι,
περιλαμβανομένων
αμάχων,
σκοτώθηκαν ή
έτυχαν
κακομεταχείρισης
από
τους Τούρκους
εισβολείς.
Μέχρι
σήμερα
εξακολουθούν
να υπάρχουν 1493
Ελληνοκύπριοι
αγνοούμενοι,
αρκετοί από
τους οποίους
είχαν
συλληφθεί και
θεαθεί
ζωντανοί μετά
το πέρας των
εχθροπραξιών.
Μετά την
εισβολή η
Τουρκική
Κυβέρνηση
επιδόθηκε σε
μια πολιτική
μεταφοράς στις
κατεχόμενες
περιοχές
μεγάλου
αριθμού
εποίκων από την
Ανατολία.
Ταυτόχρονα,
ακολουθώντας
πολιτική
εθνοκάθαρσης,
εξεδίωκε
συστηματικά
τους νόμιμους
Ελληνοκύπριους
κατοίκους από
τα σπίτια τους.
Προς το παρόν
ζουν στα
κατεχόμενα 546
εγκλωβισμένοι,
κυρίως
υπερήλικες.
Την 1η
Νοεμβρίου του 1974
η Γενική
Συνέλευση των
Ηνωμένων Εθνών
υιοθέτησε
ομόφωνα το
πρώτο από πολλά
ψηφίσματα που
καλούσε όλα τα
κράτη να
σεβαστούν την
κυριαρχία, την
ανεξαρτησία,
την εδαφική
ακεραιότητα
και το
αδέσμευτο της
Κυπριακής
Δημοκρατίας.
Ζητούσε επίσης
την ταχεία
αποχώρηση όλων
των ξένων
στρατευμάτων,
τη συνέχιση των
διακοινοτικών
συνομιλιών και
τόνιζε ότι
έπρεπε να
καταβληθούν
έντονες
προσπάθειες
για κατοχύρωση
της ασφαλούς
επιστροφής των
προσφύγων στα
σπίτια τους.
Οι
διακοινοτικές
συνομιλίες
επαναλήφθηκαν
το 1975. Στον πέμπτο
γύρο των
συνομιλιών που
έγινε στη
Βιέννη το
Φεβρουάριο του
1976 συμφωνήθηκε
ότι έπρεπε να
γίνει
ανταλλαγή
γραπτών
προτάσεων πάνω
στην εδαφική
και
συνταγματική
πτυχή του
Κυπριακού
προβλήματος οι
οποίες θα
έπρεπε να
επιδοθούν στον
τότε Ειδικό
Αντιπρόσωπο
του Γενικού
Γραμματέα των
Ηνωμένων Εθνών
για την Κύπρο κ.
Πέρεζ ντε
Κουεγιάρ. Η
ελληνοκυπριακή
πλευρά υπέβαλε
λεπτομερείς
προτάσεις
ζητώντας την
επιστροφή των
κατεχομένων
εδαφών στους
νόμιμους
κατοίκους τους.
Οι
τουρκοκυπριακές
προτάσεις
προνοούσαν τη
συνέχιση της
διχοτόμησης
της Κύπρου. Η
Κυπριακή
Κυβέρνηση τον
Νοέμβριο του 1976
προσέφυγε εκ
νέου στη Γενική
Συνέλευση των
Ηνωμένων Εθνών.
Ως αποτέλεσμα
της προσφυγής
αυτής, η Γενική
Συνέλευση
ζήτησε από το
Συμβούλιο
Ασφαλείας να
πάρει μέτρα για
την εφαρμογή
των
προηγούμενων
περί Κύπρου
ψηφισμάτων των
Ηνωμένων Εθνών.
Το
Φεβρουάριο του
1977 επιτεύχθηκε η
πρώτη Συμφωνία
Υψηλού
Επιπέδου
μεταξύ του τότε
Προέδρου της
Κυπριακής
Δημοκρατίας
Αρχιεπισκόπου
Μακαρίου και
του
Τουρκοκύπριου
ηγέτη κ.
Ντενκτάς.
Η
συμφωνία αυτή,
που έγινε στην
παρουσία του
τότε Γενικού
Γραμματέα των
Ηνωμένων
Εθνών Κούρτ
Βαλντχάϊμ,
προέβλεπε την
εγκαθίδρυση
μιας διζωνικής,
δικοινοτικής
ομοσπονδίας.
Το Μάιο
του 1979 έγινε και
δεύτερη
Συμφωνία
Υψηλού
Επιπέδου η
οποία
προέβλεπε
μεταξύ άλλων
ότι έπρεπε να
δοθεί
προτεραιότητα
στο θέμα της
επιστροφής της
Αμμοχώστου
στους νόμιμους
κατοίκους της,
ανεξαρτήτως
της κατάληξης
των
διακοινοτικών
συνομιλιών για
συνολική
διευθέτηση του
προβλήματος.