ΟΜΙΛΙΑ  ΤΟΥ  ΠΡΟΕΔΡΟΥ  ΤΗΣ  ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗΣ  ΚΙΝΗΣΗΣ

κ.  ΑΛΕΚΟΥ   ΜΑΡΚΙΔΗ

 

ΣΤΗΝ   ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ   ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ

ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ   ΚΑΙ    ΠΛΗΓΕΝΤΩΝ

ΣΤΗΝ  ΑΙΘΟΥΣΑ   ΔΙΕΘΝΟΥΣ   ΕΚΘΕΣΗΣ   ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 ΣΤΙΣ   30   ΙΟΥΝΙΟΥ   2004

 

Το χρονικό διάστημα, που παρήλθε από το δημoψήφισμα, κατέδειξε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε συγκεκριμένη στρατηγική, προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων του ΟΧΙ του Κυπριακού Ελληνισμού. Οι δυσμενέστατες εντυπώσεις που προκάλεσε το γνωστό Προεδρικό διάγγελμα, δεν έχουν διασκεδασθεί.

 

Με την ίδια νοοτροπία, όπως δεν είχε φροντίσει να προπαρασκευάσει τον διεθνή παράγοντα για τη δική του στάση έναντι του Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα, έτσι και τώρα :   Αρνείται να διαφωτίσει τους συνομιλητές του για το τί πραγματικά θέλει.

 

Δεν νομίζω ότι αυτό, που έγινε τις προάλλες, μετά από την συνάντηση του Προέδρου της Κύπρου με τον Πρωθυπουργό της Πορτογαλίας,  έχει παγκόσμιο προηγούμενο. Αναφέρομαι στη δήλωση του Πορτογάλου Πρωθυπουργού, μετά την συνάντηση και στην παρουσία του Προέδρου μας, ότι χρειάζεται να  έχει καθαρότερη εικόνα για το τι θέλει ο Κύπριος Πρόεδρος ! 

Κατ’ αρχήν, υπάρχει το βασικό ερώτημα, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει στρατηγική, όταν ο επιδιωκόμενος πολιτικός στόχος δεν είναι γνωστός. Άλλο βέβαια είναι το θέμα, αν ο μοναδικός, αλλά μη ομολογούμενος σκοπός της Κυβερνητικής πολιτικής είναι ο περιορισμός των πλεονεκτημάτων, που επιδιώκει η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη πλευρά μας. Η άμυνα έναντι των σχεδίων του αντιπάλου είναι απαραίτητη. Αλλά μόνη δεν επαρκεί. Σκοπός ήταν και πρέπει να παραμείνει η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος κατά τρόπο, που να μας απαλλάσσει από την Τουρκική κατοχή.

 

Δεν είναι, όμως, αρκετό να λέγει ο Πρόεδρος ότι εκείνος γνωρίζει τον στόχο. Μετά τα όσα συνέβησαν έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι γενικές και αόριστες διατυπώσεις περί «διζωνικής και δικοινοτικής Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκού περιεχομένου» δεν πείθουν τον διεθνή παράγοντα για την πραγματική μας θέληση να επιλύσουμε το Κυπριακό πρόβλημα. Και ούτε ο Κυρίαρχος Κυπριακός Λαός αντιλαμβάνεται, όπως έχει κάθε δικαίωμα να αντιληφθεί, τι επιτέλους προσπαθεί να επιτύχει ο Πρόεδρος.

 

Δικαιολογημένα πλέον όλοι, και εμείς μαζί,  απαιτούν/απαιτούμε να απαντηθεί με σαφήνεια το ερώτημα τί συγκεκριμένες αλλαγές ουσίας στο Σχέδιο του Γενικού Γραμματέα ζητά ο συγκεκριμένος Πρόεδρος, προκειμένου να δεχθεί να παραπέμψει εκ νέου το Σχέδιο σε δημοψήφισμα, συνοδεύοντας την παραπομπή και με τη δική του σύσταση περί αποδοχής του Σχεδίου.

 

Στις 17.12.2003 ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, άγνωστο ακόμα με ποιο σκεπτικό, ζήτησε επανάληψη των συνομιλιών στη βάση του Σχεδίου Ανάν, έτσι ώστε να δοθεί τελευταία ευκαιρία να λυθεί το Κυπριακό πριν από την 1η Μαϊου.

Εισηγούμαι :   Προσπαθείστε, αγαπητοί φίλοι,  να φαντασθείτε τον εαυτό σας στη θέση του Γενικού Γραμματέα, αλλά και του των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Προσπαθείστε με ειλικρίνεια να απαντήσετε στο ερώτημα :  Τί εντύπωση θα δημιουργούσε σε σας η επιστολή αυτή ;   Ήταν δυνατό να διανοηθείτε ότι στη πραγματικότητα ο ηγέτης της ελληνοκυπριακής πλευράς έτρεφε έναντι του Σχεδίου Ανάν τα εχθρικά αισθήματα, που αργότερα με το διάγγελμα απέδειξε ότι έτρεφε ;

 

 Μετά από αρκετό δισταγμό, ο Γενικός Γραμματέας ανταποκρίθηκε θετικά. Στις διαπραγματεύσεις, που ακολούθησαν, η πλευρά μας κατέθεσε μακροσκελή έγγραφα με θέσεις, πολλές από τις οποίες έγιναν δεκτές και ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο του Σχεδίου. Σύμφωνα, όμως, με την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, η πλευρά μας απέφυγε να  καθορίσει προτεραιότητες, δηλαδή αρνήθηκε ή παρέλειψε να ιεραρχήσει τις απαιτήσεις της πλευράς μας !!

 

Βασικό ερώτημα συνεπώς είναι :   Έχει σκοπό ο Πρόεδρος να επιμένει μόνο σε σχέση με θέσεις, που είχε βάλει επί τάπητος στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και οι οποίες δεν ικανοποιήθηκαν ;   Έχει διάθεση να καθορίσει προτεραιότητες ;   Ή μήπως τώρα έχει κατά νουν να θέσει και θέματα, τα οποία για κάποιους λόγους. που ο ίδιος γνωρίζει, παρέλειψε να θέσει στον τελευταίο κύκλο διαπραγματεύσεων ;

Δυστυχώς, η πολιτική δυναμική έχει εξελιχθεί κατά τρόπο άκρως δραματικό και δυσμενή για την Κυπριακή Δημοκρατία. Και το μόνο που κάμνει η Κυβέρνηση, είναι από τη μια να υποβαθμίζει τις εξελίξεις και από την άλλη να εμφανίζεται ικανοποιημένη, γιατί δεν έχει αναγνωρισθεί (ούτε και πρόκειται στο εγγύς μέλλον)  η  λεγόμενη   « Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ».

Έχοντας  υπόψη  την  διαχρονική  πολιτική  φιλοσοφία  του  Προέδρου πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν έχουμε απλώς εισέλθει σε περίοδο πολιτικού παγώματος του Κυπριακού προβλήματος, αλλά αντίθετα σε περίοδο  κινητικότητας  σε  βάρος  μας,  πράγμα  πολύ  πιο  επικίνδυνο.

 

Αναλύοντας, λοιπόν, την κατάσταση με ψυχραιμία και περίσκεψη, οδηγούμαστε στα ακόλουθα συμπεράσματα :

 

Α.  Ο Πρόεδρος δεν πρόκειται να δεχθεί παραπομπή του Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα εκ νέου σε δημοψήφισμα, έστω και αν υπάρξουν οι εξωτερικές εγγυήσεις εφαρμογής του Σχεδίου καθώς και εγγυήσεις Ασφάλειας, όπως έχει αντιληφθεί ο λαός ότι είναι η πολιτική γραμμή του ΑΚΕΛ. Ούτε και το κόμμα αυτό έχει πολιτική δυνατότητα να πείσει τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο να αλλάξει πολιτική. Πλανώνται όσοι νομίζουν ότι μπορεί να λειτουργήσει έμμεσα η πολιτική απειλή ότι το ΑΚΕΛ δεν θα υποστηρίξει επανεκλογή του Προέδρου. Γιατί εφαρμογή της γραμμής του ΑΚΕΛ εξυπακούει ότι ο Πρόεδρος θα παύσει να είναι Πρόεδρος πριν από τη λήξη της θητείας του ! Άρα, η απειλή δεν είναι απειλή.

 

Β.   Ο Γενικός Γραμματέας των Η.Ε έχει εκφράσει τη δική του τοποθέτηση κατά τον επισημότερο τρόπο, ότι δεν έχει πολιτική πρόθεση να καλέσει νέο γύρο συνομιλιών. Έχοντας υπόψη την παρόμοια θέση των ΗΠΑ και ΗΒ, δύο από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, μόνο αφελείς πιστεύουν ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θα δώσει διαφορετικές οδηγίες στον ΓΓ.

 

 

Γ.   Η Τουρκία έχει ήδη εκμεταλλευθεί και εκμεταλλεύεται στο έπακρο το νέο πολιτικό σκηνικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικοί από τους στόχους της ως μόνο πρόσκομμα βρίσκουν το διεθνές δίκαιο. Ο υπερκερασμός του διεθνούς δικαίου δεν είναι εύκολος. Αλλά και δεν είναι ακατόρθωτος. Διεθνές Δίκαιο με σύμμαχο τη πολιτική συμπάθεια, που είχαμε μέχρι πρόσφατα, παρέχει σοβαρά εχέγγυα ματαιώσεως των σχεδίων της στιγνής δύναμης. Διεθνές Δίκαιο, όμως, χωρίς και την αναγκαία πολιτική υποστήριξη και συμπάθεια του διεθνούς παράγοντα, δεν παρέχει ασπίδα και δόρυ της ίδιας δυναμικής και εμβέλειας. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αν υπάχει και πολιτική βούληση επιτεύξεως συγκεκριμένου στόχου, με υπερκερασμό, στην ανάγκη των αρχών του Διεθνούς Δικαίου. Φαίνεται δε ότι στη περίπτωσή μας υπάρχει πολιτική βούληση, που συμμερίζεται πληθώρα κρατών, για την ανάγκη εξόδου, όπως το θέτουν, της τουρκοκυπριακής κοινότητας από την πολιτική και οικονομική απομόνωση. Ο κίνδυνος καθίσταται ακόμα μεγαλύτερος, αφού η γενική αντίληψη είναι ότι η πολιτική του προέδρου Παπαδόπουλου δεν προσφέρει περιθώρια πολιτικής συνδιαλλαγής και εξόδου από το αδιέξοδο.

 

Δ.   Τα πράγματα οδηγούνται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε στο τέλος της ημέρας όσοι κατοικούν στο  κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου θα αποκτήσουν πολλά από τα πολιτικά, οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, αλλά δεν θα υπέχουν, όπως υπέχουν οι κάτοικοι της ελεύθερης περιοχής, τα προερχόμενα απ’αυτό βάρη. Θα διατηρηθεί, άραγε,  υπό τις συνθήκες αυτές η βούληση των πραγματικών τουρκοκυπρίων για λύση του προβλήματος στα πλάισια των παραμέτρων του Σχεδίου του ΓΓ ;

 

Αν, στα χρόνια αμέσως μετά την Τουρκική εισβολή επικράτησε, μετά από αρκετούς εσωτερικούς πολιτικούς κλυδωνισμούς, η πολιτικά ορθή θέση ότι ο χρόνος δουλεύει σε βάρος των συμφερόντων της Κύπρου και του λαού της, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, η τραγική ειρωνεία είναι ότι τώρα δουλεύει με διπλή ταχύτητα εναντίον μας. Γιατί για πρώτη φορά μετά το 1974 δεν έχουμε πολιτική στήριξη εκεί, που πάντοτε είχε σημασία να έχουμε.

 

Ποιός πραγματικά μπορούσε να διανοηθεί την εποχή του θριάμβου της Κοπεγχάγης ότι θα κατορθώναμε το αδιανόητο, να εισέλθουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αντί να δούμε τη πολιτική θέση της Κύπρου αναβαθμιζόμενη και ισχυρότερη, να την διαπιστώνουμε αποδυναμωμένη και σε άμυνα, έναντι ακόμα και πολλών από τα άλλα μέλη της νέας οικογένειάς της;

 

Υπάρχει, όμως, ακόμα καιρός να αποφύγουμε το μοιραίο, το χειρότερο, που για μένα είναι η οριστική, μη αναστρέψιμη διχοτόμηση. Ο Πρόεδρος πρέπει να αναφέρει με ειλικρίνεια στο Εθνικό Συμβούλιο τις πραγματικές του θέσεις. Με σαφήνεια. Και λεπτομέρεια. Επείγει ο καθορισμός του τί θέλουμε σε σχέση με τη λύση του Κυπριακού προβλήματος.

 

Και ας φροντίσουμε να μην επικρατήσει και πάλιν η κατάρα της εσωτερικής πολιτικής μας ζωής, ο λαϊκίστικος δημαγωγικός μαξιμαλισμός. Γιατί στη σημερινή θέση της Κύπρου, μία μαξιμαλιστική πολιτική θα έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Με άλλα λόγια, αν ο σημερινός Πρόεδρος δεν αντιληφθεί, έστω και την υστάτη, πού οδηγεί το σκάφος της Κύπρου, το μέλλον διαγράφεται ζοφερότερο απ’ ότι τώρα φαίνεται.

 

Η Κυπριακή Κυβέρνηση, στα πλαίσια προσπάθειας μειώσεως των αποτελεσμάτων και επιπτώσεων της αρνητικής κατάληξης του δημοψηφίσματος, την ανάγκη φιλοτομία ποιούμενη, διακηρύσσει ότι θα εξαγγείλει μέτρα στήριξης της τουρκοκυπριακής κοινόητας. Διακήρυξε ότι είναι υπέρ της ανέλιξης του βιοτικού της επιπέδου, γιατί έτσι θα είναι λιγότερο το κόστος της μελλοντικής λύσεως για μας !!

 

Το ενδεχόμενο, όμως, μελέτης, συζήτησης και υιοθέτησης μέτρων στήριξης των Ελληνοκυπρίων προσφύγων και πληγέντων δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την Κυβέρνηση.

 

Τί επιλογές έχει ο εκτοπισμένος, που βλέπει την προοπτική της επιστροφής και ανάκτησης της περιουσίας του, όχι μόνο να μην βελτιώνεται με την λανθασμένη πολιτική, που η Κυβέρνηση ακολουθεί, αλλά και ολοένα να απομακρύνεται ;

 

Το μήνυμα προς όλους αυτούς τους ανθρώπους πριν από το δημοψήφισμα ήταν σαφές :   Θα επιτύχουμε καλύτερη λύση μετά την ένταξη,  λύση «Ευρωπαϊκή» !! Πως θα πετύχουμε λύση «Ευρωπαϊκή», οτιδήποτε και αν αυτό σημαίνει, χωρίς την στήριξη της Ευρώπης κανένας έλαβε και δεν λαμβάνει τον κόπο να εξηγήσει.

Και κανένας δεν θα κάμει τον κόπο να εξηγήσει, ενόσω δεχόμαστε με απάθεια, αδιαμαρτύρητα, την δημαγωγία, ενόσω αποφεύγουμε να βάλουμε το σκληρό ερώτημα.   Πώς ;   Πώς θα γίνει αυτό, χωρίς πολιτική υποστήριξη ;

 

Την ίδια ώρα, που η Ευρωπαϊκή Ένωση ασχολείται με ενίσχυση της οικονομίας της κατεχόμενης Κύπρου, την ίδια ώρα, που η Κυβέρνησή μας αναγγέλλει εξαγγελίες  για ενισχυτικά μέτρα για την οικονομία των τουρκοκυπρίων  - δηλαδή   της   κατεχόμενης   περιοχής   με   όσους   τώρα   κατοικούν   εκεί 

οι ανάγκες στήριξης των ελληνοκυπρίων προσφύγων αγνοούνται, αλλά και όλοι οι κάτοικοι των ελεύθερων περιοχών καλούνται σε θυσίες για να εξασφαλίσουμε την ένταξή μας στη ΟΝΕ, που υποτίθεται ότι θα κινδύνευε από την εφαρμογή, όχι την μη εφαρμογή του Σχεδιου Ανάν !!

 

Έκδηλα, έχουμε οδηγηθεί σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο αδιέξοδο, το οποίο δεν μπόρεσαν, παρά τις προειδοποιήσεις, να προβλέψουν, αυτοί, που είχαν καθήκον να προβλέψουν, οι Κυβερνώντες. Η διεθνής εντύπωση ότι υπαίτια για το αδιέξοδο είναι η πλευρά μας δεν έχει διασκεδασθεί. Οι διαβεβαιώσεις ότι η διεθνής αντίδραση «άρχισε να ξεφουσκώνει» αποδείχθηκαν πρόωρες, οικτρά πεπλανημένες. Η απόφαση του Κυπριακού Ελληνισμού χρησιμοποιείται ως ασπίδα από και για τους Κυβερνώντες, αντί του αντιθέτου.

 

Στα δημοκρατικά, όμως, πολιτεύματα η φωνή του λαού δεν εξανλτείται σε μία μοναδική διακήρυξη. Αν ήταν έτσι δεν θα έπεφταν ή δεν θα άλλαζαν ποτέ Κυβερνήσεις, που είχαν εκλεγεί με ή χωρίς μεγάλη πλειοψηφία. Αν ήταν έτσι θα ίσχυε ακόμα το Ιρλανδικό «Όχι» του προτελευταίου Ιρλανδικού δημοψηφίσματος, και η Κύπρος και οι άλλες 9 χώρες, δεν θα ήσαν σήμερα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Τα πράγματα είναι δύσκολα. Κρίσιμα. Αλλά ακόμα υπάρχει λίγος χρόνος ανορθώσεως της ζημιάς, που έχει γίνει. Αρκεί ο λαός να γνωστοποιήσει σε Κυβέρνηση και Πρόεδρο, ότι δεν δέχεται την σημερινή αδιέξοδη πολιτική. Ότι δεν δέχεται πορεία συνομοσπονδίας ή διχοτόμησης, κάτω από οποιοδήποτε κάλυμμα ή δικαιολογία ή πέπλο.

 

Ευθύνη υπέχουν και όσοι έγκαιρα διείδαν τα επερχόμενα. Αυτοί δεν πρέπει να οπισθοχωρήσουν. Έχουν πολιτική υποχρέωση να συνεχίσουν τον διαφωτιστικό τους αγώνα. Την πολιτική συζήτηση, με στόχο την εξάπλωση της αποδοχής της σωστής πολιτικής. Της πολιτικής, που στόχο έχει την επίτευξη λύσεως στο Κυπριακό πρόβλημα στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα.

 

Η μόνη ελπίδα, που απομένει για την πατρίδα μας, είναι η ριζική αλλαγή της σημερινής λανθασμένης πολιτικής. Όσο αυτό καθυστερεί, τόσο μικραίνει και η ελπίδα αυτή.

 

 

Αλέκος Μαρκίδης

30 Ιουνίου 2004