Επιστολή του Προέδου της Δημοκρατίας κ. Τάσσου Παπαδόπουλου στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κ. Κόφι Ανάν, ημερ. 7 Ιουνίου, που κυκλοφόρησε ως επίσημο έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας

 

Αναφορικά με την Έκθεσή σας για την αποστολή των καλών υπηρεσιών σας για την Κύπρο (S/2004/437), ημερομηνίας 28 Μαΐου 2004, και σε συνέχεια της πρόσφατης συνάντησής μας στις 4 Ιουνίου 2004, θα ήθελα να σας μεταφέρω τις σχετικές μου τοποθετήσεις.
Αυτή η απάντηση υποβάλλεται με όλο το σεβασμό ως προς το έργο σας μέσα στα πλαίσια της αποστολής των καλών σας υπηρεσιών και ετοιμάστηκε με εποικοδομητικό τρόπο που προσβλέπει στο μέλλον. Πραγματικά, δράττομαι της ευκαιρίας, να επαναβεβαιώσω, για μια ακόμη φορά, την ευγνωμοσύνη και την εκτίμησή μου για τις συνεχιζόμενες προσωπικές σας προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης στην Κύπρο.

Διαβάζοντας την Έκθεση αυτή, θα πρέπει κάποιος, να έχει υπόψη του ότι έχει ετοιμαστεί κυρίως από εκείνους στους οποίους έχετε αναθέσει το ρόλο του έντιμου μεσολαβητή και που υπήρξαν ενεργά μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Μέσα από την παρούσα Έκθεση αξιολογούν στην πράξη το αποτέλεσμα των δικών τους προσπαθειών, ενώ, ταυτόχρονα, προσπαθούν να αποδώσουν και να αξιολογήσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων μερών. Με άλλα λόγια, οι συντάκτες της έκθεσης διαδραματίζουν ουσιαστικά το ρόλο του δικαστή και των ενόρκων του τελικού αποτελέσματος της διαδικασίας της διαπραγμάτευσης της οποίας προήδρευσαν.

Καλωσορίζω, ειδικά, την αναγνώριση, στην Έκθεση, ότι οι σοβαρές ανησυχίες της ελληνοκυπριακής κοινότητας δεν έτυχαν ικανοποιητικής αντιμετώπισης στο τελικό Σχέδιο της 31ης Μαρτίου 2004, γεγονός το οποίο επηρέασε σημαντικά την πλάστιγγα σε σχέση με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου 2004.

Είναι λυπηρό ότι αυτές οι ανησυχίες, τις οποίες είχα επεξηγήσει σε λεπτομέρεια, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, στη Λευκωσία, με διάφορα έγγραφα, που αριθμούσαν τουλάχιστον 200 σελίδες συνολικών προτάσεων, το πιο σημαντικό των οποίων ήταν το έγγραφο της 8ης Μαρτίου 2004, που αφορούσε το κρίσιμο ζήτημα της ασφάλειας, αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Να σας υπενθυμίσω ότι αυτές οι νόμιμες ανησυχίες αναφέρονται κυρίως (α) στο ζήτημα των εποίκων από την Τουρκία, ένα ζήτημα το οποίο ήγειρα επίσης στις δύο επιστολές που είχα απευθύνει στην Εξοχότητά σας, στις 23 και 25 Μαρτίου 2004, χωρίς να λάβω καμιά απάντηση, (β) τη μόνιμη στάθμευση των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, ακόμη και μετά την τελική ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και (γ) την επέκταση των εγγυητικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγγύησης, με τη συμπερίληψη ενός επιπρόσθετου πρωτοκόλλου.

Πολύ ορθά επισημαίνετε στην Έκθεσή σας, ότι υπάρχει διαφωνία στο θέμα της ερμηνείας των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγγύησης, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας. Δεδομένου ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 επικαλούμενη αυτό το συγκεκριμένο δικαίωμα, το θέμα αυτό αποτελεί υψίστης σοβαρότητας ζήτημα για την πλευρά μας. Για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος, έχουμε προτείνει την υιοθέτηση ενός μηχανισμού ενεργοποίησης της άσκησης του δικαιώματος επέμβασης δυνάμει της Συνθήκης Εγγύησης. Ο κ. ντε Σότο, όμως, αρνήθηκε να συζητήσει αυτό το θέμα και η Εξοχότητά σας δεν εξέτασε αυτήν την πιθανότητα. Ακόμη και μετά την παρουσίαση του κειμένου του τελικού Σχεδίου, η Κύπρος προσπάθησε να εξασφαλίσει ένα ισχυρό ψήφισμα βάσει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και εν πάση περιπτώσει την υιοθέτηση ενός μηχανισμού ενεργοποίησης. Αυτή μας η προσπάθεια, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, υπήρξε, για άλλη μια φορά, ανεπιτυχής λόγω της έντονης αντίθεσης της άλλης πλευράς.

Ένα ακόμη σημαντικό θέμα, που επηρέασε αρνητικά τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, που επίσης περιλαμβάνετε στην Έκθεσή σας, υπήρξε η έλλειψη ικανοποιητικού χρόνου και τα στενά χρονοδιαγράμματα. Αυτοί οι παράγοντες δεν επέτρεψαν ούτε τη διεξαγωγή ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, ούτε την κατάληξη σε μια συμφωνημένη λύση μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Αυτό είναι ακόμη πιο λυπηρό, αφού είχα επανειλημμένα προτείνει, μετά το ναυάγιο των συνομιλιών στη Χάγη, το Μάρτιο του 2003, ότι δεν θα πρέπει να βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα τεχνητό χρονικό όριο, προκαλώντας το αίσθημα στον κυπριακό λαό ότι βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας και ότι οι νόμιμες ανησυχίες τους δεν θα τύγχαναν ορθής εξέτασης. Αυτή η διαπραγματευτική μέθοδος που είχε σοβαρές ατέλειες, και που είχε σαν αποτέλεσμα μια δεκάμηνη καθυστέρηση στην επανέναρξη των συνομιλιών, απεδείχθη ανεπαρκής και αντιπαραγωγική. Είμαστε μάρτυρες των αποτελεσμάτων αυτής της μεθόδου, όχι μόνο στην περίπτωση της Κύπρου, αλλά και στις περιπτώσεις άλλων περιφερειακών συγκρούσεων, που οδηγούν, στην καλύτερη περίπτωση, σε βραχύβιες διευθετήσεις που αδυνατούν να φέρουν σταθερές και μόνιμες λύσεις.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι η κρίσιμη περίοδος του ενός μηνός της πρώτης φάσης των διαπραγματεύσεων, στη Λευκωσία, όπως και εσείς επισημαίνετε στην Έκθεσή σας, αφέθηκε να λήξει χωρίς καμιά πρόοδο λόγω της αδιάλλακτης στάσης και των απαιτήσεων της τουρκοκυπριακής πλευράς, που βρίσκονταν κατά πολύ εκτός των βασικών παραμέτρων του σχεδίου.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι υπάρχουν σοβαρές ανακρίβειες, όπως επίσης και λανθασμένες υποθέσεις, στην Έκθεσή σας, που επισημαίνονται στο συνημμένο Παράρτημα. Η πιο σημαντική από αυτές είναι η λανθασμένη ερμηνεία της επιλογής της ελληνοκυπριακής κοινότητας στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου, δηλαδή ότι με την μη αποδοχή αυτού του συγκεκριμένου Σχεδίου οι Ελληνοκύπριοι ψήφισαν κατά της επανένωσης της χώρας τους.

Αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος και προσβλητικός. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ένας σημαντικός αριθμός των ψηφισάντων είναι πρόσφυγες, 70% των οποίων ψήφισαν «όχι», και οι οποίοι εδώ και τριάντα χρόνια στερούνται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, ιδιαίτερα των δικαιωμάτων επιστροφής και ιδιοκτησίας, λόγω της παρουσίας 35,000 στρατιωτών και 119,000 εποίκων που έχουν εγκατασταθεί παράνομα.
Μια άλλη εσφαλμένη υπόθεση στην Έκθεση είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι γυρίζουν την πλάτη σε μια λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε αν υπάρχουν οποιαδήποτε αξιόπιστα στοιχεία, που υποβλήθηκαν καλή τη πίστει, και που περιλαμβάνουν έστω και μία αναφορά στις γραπτές μας προτάσεις, που υποβλήθηκαν στη Λευκωσία και στο Μπούργκενστοκ, και που μπορεί να στηρίξει μια τέτοια υπόθεση. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα σχόλιά μας που υποβλήθηκαν προφορικά. Επιπλέον, η σταθερή μας τοποθέτηση όλα αυτά τα χρόνια των διαβουλεύσεων δεν δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο την εξαγωγή συμπεράσματος για ένα τέτοιο ισχυρισμό.

Εν πάση περιπτώσει, δράττομαι της ευκαιρίας αυτής να τονίσω εμφαντικά, για μια ακόμη φορά, εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς, τη δέσμευση του λαού μου, καθώς και τη δική μου ισχυρή προσωπική δέσμευση, υπέρ μιας λύσης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ταυτόχρονα, είμαι υποχρεωμένος να απορρίψω την άποψη ότι το Σχέδιο που υποβλήθηκε την 31η Μαρτίου 2004 αποτελεί το ένα και μοναδικό σχέδιο διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί σήμερα ότι οι προηγούμενες εκδοχές του Σχεδίου, που επίσης παρουσιάστηκαν ως μοναδικές ευκαιρίες για την επίτευξη μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, δεν ήσαν μοναδικές ευκαιρίες;

Αναφερόμενος στο μέρος της Έκθεσης που περιγράφει τις δήθεν βελτιώσεις για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των Ελληνοκυπρίων, θα ήθελα να τονίσω τα ακόλουθα: ο ισχυρισμός ότι «το σύνολο της περιουσίας της Τουρκοκυπριακής Πολιτείας που μπορεί να επιστραφεί στους Ελληνοκύπριους θα είναι σχεδόν διπλάσιο αυτού που περιλάμβανε η προηγούμενη εκδοχή του Σχεδίου» μπορεί να περιγραφεί ως ανακριβής. Όπως γνωρίζετε πολύ καλά, το Σχέδιο περιλαμβάνει ένα αριθμό προϋποθέσεων για την αποκατάσταση των περιουσιών, που περιορίζουν ουσιαστικά την άσκηση του δικαιώματος αποκατάστασης των Ελληνοκυπρίων, όπως επίσης και το ποσοστό των περιουσιών που θα επιστρέφετο στους Ελληνοκύπριους σε σχέση με τις προηγούμενες εκδοχές του Σχεδίου.

Επιπλέον, το μέρος της Έκθεσης που περιγράφει τις βελτιώσεις για τις δυο πλευρές, έχει μεγάλες ομοιότητες με ένα πολύ γνωστό έγγραφο ενός Μόνιμου Μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας, που κυκλοφόρησε ευρύτατα κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων στο Μπούργκενστοκ, που κατά παράδοξο λόγο ακολουθεί ακόμη και την ίδια σειρά για τις βελτιώσεις που έχουν επιτευχθεί και για τις δύο πλευρές. Το πιο αξιοπρόσεκτο στοιχείο, όμως, αυτού του μέρους της Έκθεσης είναι η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στα οφέλη που αποκομίζει η Τουρκία, και άλλοι, από τις πρόνοιες του Σχεδίου.

Θα ήθελα ακόμη να υπογραμμίσω μόνο μερικά από τα οφέλη που αποκομίζει η χώρα αυτή σύμφωνα με το τελικό κείμενο του Σχεδίου. Η Τουρκία, πιστή στον παλιό της ρόλο απαίτησε (και εξασφάλισε) διαιρετικές διζωνικές πρόνοιες, στρατηγικά οικονομικά οφέλη, και «διευθετήσεις» ασφάλειας, με ικανοποιητικό αριθμό στρατευμάτων, έστω και σε μειωμένους αριθμούς, που θα της επιτρέπουν να επέμβει ξανά στρατιωτικά μέσα από ένα προγεφύρωμα στην Κύπρο, ένα δικαίωμα που η Τουρκία εξακολουθεί να επιμένει ότι απολαμβάνει, και αυτός ο συνεχιζόμενος ρόλος της καθιστά την πλήρη ανεξαρτησία της Κύπρου αδύνατη. Αν και αναφέρονται μόνο ακροθιγώς στο Σχέδιο, οι επεμβατικές και εποπτικές εξουσίες της Τουρκίας είναι στην πραγματικότητα τεράστιες, λόγω της συνεχιζόμενης στρατιωτικής παρουσίας εντός και πλησίον της Κύπρου. Επέμεινε επίσης, μέσω των Τουρκοκυπρίων, στη δέσμευση της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας με συνθήκες που είχαν συνομολογηθεί με αυτήν και που προνοούσαν την ενσωμάτωση της Τουρκοκυπριακής Συνιστώσας Πολιτείας στην Τουρκία, πείθοντας τα Ηνωμένα Έθνη να το αποδεχθούν όπως και ένα νέο δικαίωμα για την Τουρκοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία και την Τουρκία να προβαίνουν σε διευθετήσεις για επενδύσεις και παροχή οικονομικής βοήθειας. Η Τουρκία επέμεινε επίσης να τεθεί φραγμός στην οικονομική ανάπτυξη της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας εξασφαλίζοντας πρόνοιες στο Νόμο για την υφαλοκρηπίδα που θα εμπόδιζε την Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία από του να εξερευνά και να εκμεταλλεύεται τους θαλάσσιους της πόρους στις θάλασσες της Κύπρου, ενώ παρενέβαινε στο θέμα της Συνθήκης μεταξύ της Αιγύπτου και της Κυπριακής Δημοκρατίας που αφορούσε την Οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, που αποτελεί κακό οιωνό όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία θα ενεργούσε στο μέλλον. Ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η επιβολή στην Κύπρο της Συμφωνίας Συνεργασίας Πολιτικής Αεροπορίας με την Τουρκία» παρά τις έντονες ενστάσεις των Ελληνοκυπρίων. Η Συμφωνία αυτή θα επέβαλλε στην Κύπρο μια κοινή πολιτική με την Τουρκία σε θέματα πολιτικής αεροπορίας, και θα καθιστούσε τις αλλαγές στη διαχείριση του εναέριου χώρου της Κύπρου να υπόκεινται στην έγκριση της Τουρκίας. Θα επέτρεπε επίσης στην Τουρκία να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες (ακόμη και στρατιωτική δράση) σε περίπτωση οποιασδήποτε απειλής σε επιβάτες αεροσκαφών, και εγκαταστάσεις αεροδρομίων και αεροπλοΐας.

Στον προαναφερθέντα κατάλογο που δεν είναι με κανένα τρόπο εξαντλητικός το μεγαλύτερο όφελος για την Τουρκία που εξασφαλίστηκε σε βάρος τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων και που αποτελεί σαφή απομάκρυνση από τις πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν ΙΙΙ, είναι η στάθμευση τουρκικών στρατευμάτων στο νησί στο διηνεκές.

Όλες αυτές οι νέες πρόνοιες που ξεκάθαρα εξυπηρετούν τα τουρκικά συμφέροντα και τους στόχους της Τουρκίας στην Κύπρο και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό για ποιο λόγο το Σχέδιο απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων, εγκρίθηκε από την τουρκοκυπριακή πλευρά και προσυπογράφηκε τόσο εμφαντικά από την Τουρκική Κυβέρνηση. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν κάθε δικαίωμα να διερωτώνται πώς τα Ηνωμένα Έθνη, που είναι ο θεματοφύλακας του διεθνούς δικαίου μπορούσαν να υιοθετήσουν προτάσεις εμπνευσμένες από την τουρκική πλευρά, οι οποίες σκόπιμα και αδικαιολόγητα περιορίζουν την κυριαρχία που ασκεί ένα από τα κράτη μέλη τους. Με άλλα λόγια η κύρια αντίρρηση της ελληνοκυπριακής κοινότητας για το Σχέδιο ήταν το γεγονός ότι ικανοποιήθηκαν ξένα συμφέροντα και πρωταρχικά της Τουρκίας, αντί εκείνα του πληθυσμού της Κύπρου, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Επιπλέον η τουρκική πλευρά απέφυγε επιμελώς να αποκαλύψει τις σκέψεις της πάνω στο εδαφικό αποστερώντας έτσι την όλη διαδικασία ενός ουσιαστικού πάρε-δώσε. Ίσως η τουρκική πλευρά να υιοθέτησε αυτή τη στάση γιατί είχε έγκυρους λόγους να αναμένει ότι οι αξιώσεις της θα ικανοποιούντο κατά το μάλλον ή ήττον χωρίς να χρειαστεί να κάμει παραχωρήσεις στο εδαφικό. Εν πάση περιπτώσει ο υπαινιγμός ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά απέφυγε με κάποιο τρόπο να συζητήσει το εδαφικό ή έχασε μια ευκαιρία σχετικά με την Καρπασία, προδίδει στην καλύτερη περίπτωση μια αποτυχία να γίνει αντιληπτή η φύση των ανησυχιών των Ελληνοκυπρίων όπως εκφράζονταν σ’ ολόκληρη τη διαδικασία ή κακή πίστη στη χειρότερη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει αυτό το θέμα θα έπρεπε να είχε τύχει χειρισμού από τα Ηνωμένα Έθνη proprio moto όταν η αναλογία των εκτοπισμένων προσώπων που θα επέστρεφαν στα σπίτια τους στην περιοχή υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση περιορίστηκε περαιτέρω κατά 3%.

Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε για ανθρωπιστικούς λόγους ότι αριθμός Τούρκων εποίκων θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν στην Κύπρο ως πολίτες βάσει της νέας κατάστασης πραγμάτων. Εκείνο όμως που δεν είμαστε διατεθειμένοι να δεχτούμε όπως καλώς γνωρίζετε είναι ότι ο κάθε έποικος ξεχωριστά και στην πράξη όλοι οι έποικοι θα είχαν το δικαίωμα να παραμείνουν και τελικά να αποκτήσουν υπηκοότητα. Ούτε είμαστε έτοιμοι να προσυπογράψουμε νέες πρόνοιες που θα επέτρεπαν την εισροή νέων εποίκων στο μέλλον, οι οποίοι θα άλλαζαν περαιτέρω και θα διαστρέβλωναν τη δημογραφική ισορροπία στο νησί.

Όμως, βάσει του τελικού Σχεδίου όχι μόνο το σύνολο των εποίκων επρόκειτο να παραμείνουν στην Κύπρο και αφήνετο ανοικτή η δυνατότητα για μόνιμη εισροή εποίκων από την Τουρκία αλλά και επιτράπηκε σε όλους τους εποίκους να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα. Αυτό έγινε παρά το καθιερωμένο διεθνές δίκαιο και την πρακτική των Ηνωμένων Εθνών και οι επανειλημμένες εκκλήσεις της πλευράς μας να μη γίνει αυτό παραγνωρίστηκαν πλήρως. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ότι για μια ακόμη φορά οι έποικοι συμμετέσχαν στη διαμόρφωση της θέλησης των Τουρκοκυπρίων στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου και αυτό αντίθετα προς κάθε κανόνα του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς πρακτικής.

Η λειτουργικότητα δεν εξαντλείται στη σύνθεση του Προεδρικού Συμβουλίου ή στη δημιουργία Δικαστηρίου Πρωτοβάθμιας Ομοσπονδιακής Δικαιοδοσίας. Η λειτουργικότητα καλύπτει όλες τις πτυχές της λειτουργίας του κράτους και η ανησυχία μας για τη λειτουργικότητα αντανακλάται σε όλες τις προτάσεις μας καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, και κάλυπταν μεταξύ άλλων, την ομοσπονδιακή νομοθεσία και την πρακτική της εφαρμογή, την Κεντρική Τράπεζα, τη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, τον περιορισμό των διαφόρων μεταβατικών περιόδων, τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη διοικητική δομή και τη λειτουργία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σ’ όλα τα επίπεδα, την εδαφική πτυχή και το θέμα των αγνοουμένων. Όλες οι εισηγήσεις των Ελληνοκυπρίων αναφορικά με τη λειτουργικότητα είναι πλήρως τεκμηριωμένες, ευρίσκονται εντός των παραμέτρων του Σχεδίου και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα που δίνει το Σχέδιο στους Τουρκοκύπριους.

Ο στόχος των περισσότερων εισηγήσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς, αντικριζόμενος ως ένα ενιαίο σύνολο, ήταν να επιτευχθεί η λειτουργικότητα και εφαρμοσιμότητα της λύσης, που θα διασφάλιζε επίσης τη βιωσιμότητα και την ομαλή λειτουργία της. Η επίτευξη αυτών των στόχων (λειτουργικότητα και εφαρμοσιμότητα) δεν μπορούσε να ήταν το αυτόματο αποτέλεσμα της υιοθέτησης μερικών περιθωριακών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στις σχετικές μας προτάσεις σ’ αντάλλαγμα ορισμένων νέων τουρκικών απαιτήσεων. Έτσι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η απαίτηση για «λειτουργικότητα και εφαρμοσιμότητα» είχε ικανοποιηθεί.

Επιπρόσθετα διατηρούμε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο το τελικό Σχέδιο είναι συμβατό με το κοινοτικό κεκτημένο. Όπως είναι καλά γνωστό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, δεν εξέτασε μια προς μια τις πρόνοιες του τελικού Σχεδίου. Η Επιτροπή απλώς εξέτασε το Σχέδιο Ανάν Ι και όχι τις επόμενες εκδοχές του. Επομένως θα είναι ενδιαφέρον να γνωρίζουμε τι θα πουν τα νομικά και δικαιοδοτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το τελικό Σχέδιο Ανάν.

Εν πάση περιπτώσει όπως είναι καλά γνωστό, ότι εκείνο που έχει την ίδια σημασία με τη συμβατότητα του Σχεδίου με το κοινοτικό κεκτημένο είναι η ικανότητα της Κύπρου να λειτουργεί αποτελεσματικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κράτος μέλος, πράγμα που ξεκάθαρα δεν επιτυγχάνεται με το Σχέδιο.

Εξοχότατε,

Είναι εντελώς ανακριβής η δήλωση, στην παράγραφο 69 ότι ουδέποτε παρουσίασα προτάσεις στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για την ασφάλεια. Γνωρίζουν πολύ καλά το υπόμνημα που διανεμήθηκε από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη στις 20 Απριλίου 2004 κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων για το βρετανοαμερικανικό προσχέδιο ψηφίσματος.

Η συμπερίληψη αυτού του ισχυρισμού είναι το λιγότερο προσβλητική γιατί προσωπικά υπέδειξα αυτή την ανακρίβεια μετά τη σχετική δημόσια δήλωση του κ. Άλβαρο ντε Σότο.

Επιπλέον η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν ήγειρε το θέμα της ασφάλειας για πρώτη φορά στις 20 Απριλίου. Στην πραγματικότητα υποβάλαμε στις 15 Μαρτίου ένα ολοκληρωμένο ογκώδες έγγραφο σχετικά με το θέμα της ασφάλειας στο οποίο οι εισηγήσεις μας επεξηγούντο λεπτομερώς και με απόλυτη σαφήνεια. Είτε ο κ. ντε Σότο συμβούλευσε την Εξοχότητα σας να μη μελετήσετε προσεκτικά τις θέσεις μας πάνω σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα, είτε ο κ. ντε Σότο δεν έκαμε τον κόπο να διαβάσει το έγγραφο μας με τη δέουσα προσοχή.

Συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση τονώνει το γενικό αίσθημα ασφάλειας και ελπίζουμε ότι οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας θα την οδηγήσουν να επιδείξει μεγαλύτερο σεβασμό στους κανόνες του διεθνούς δικαίου και την εφαρμογή των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Όμως παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εξακολουθούμε να έχουμε σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια μας ως αποτέλεσμα της παρουσίας των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων και της γενικής συμπεριφοράς της Τουρκίας. Πρόσφατη απόδειξη των τελευταίων είναι τα ψηφίσματα αναφορικά με τα Στροβίλια που ζητούσαν την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων κατά μερικά μέτρα μόνο και στα οποία δεν υπήρξε συμμόρφωση. Ακόμη περισσότερο ανησυχητική και προσβλητική για τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη είναι η έκκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας προς την Τουρκία να άρει τους περιορισμούς που επέβαλε στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ, έκκληση την οποία η Τουρκία αγνόησε.

Η αποδοχή και εφαρμογή του Σχεδίου θα είχε σημαντικότατες επιπτώσεις δεδομένου ότι όλα τα μέρη του Σχεδίου αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο και είχαν ίση σημασία, ήταν επιτακτικό πριν αρχίσει η εφαρμογή του να υπάρχουν σιδερένιες εγγυήσεις ότι το κάθε ενδιαφερόμενο μέρος θα συμμορφωνόταν προς τις υποχρεώσεις που θα προέκυπταν.

Δυστυχώς, αντίθετα προς του στόχους του Γενικού Γραμματέα όταν διαμόρφωνε το Σχέδιο οι διευθετήσεις για εφαρμογή των εδαφικών διευθετήσεων βάσει του Σχεδίου Ανάν V θα είχαν άμεσο αποτέλεσμα μια κατάσταση που «η μια πλευρά κερδίζει και η άλλη έχει κίνδυνο να χάσει» και όχι μια κατάσταση στην οποία «όλοι θα κέρδιζαν» όπως ήταν ο στόχος του Γενικού Γραμματέα. Οι διευθετήσεις όπως προβλέπονταν στο Σχέδιο Ανάν V θα έδιναν στους Τουρκοκύπριους πραγματικά και σημαντικά οφέλη στην κυβέρνηση και οφέλη πολιτικά, διεθνή, οικονομικά, ασφάλειας κλπ από την πρώτη μέρα που θα ετίθετο σε εφαρμογή η Θεμελιώδης Συμφωνία. Αντίθετα τα δύο οφέλη για τους Ελληνοκυπρίους δηλαδή οι εδαφικές προσαρμογές και οι μειώσεις του τουρκικού στρατού στην Κύπρο δεν θα άρχιζαν αμέσως αλλά θα γίνονταν κατά φάσεις σε διάστημα μερικών χρόνων.

Με αυτό τον τρόπο η εφαρμογή του Σχεδίου, ιδιαίτερα εκείνων των προνοιών που είχαν κρίσιμη σημασία για τους Ελληνοκυπρίους θα εξαρτώντο από την καλή θέληση της Τουρκίας η οποία κατά τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια δεν εμφανίστηκε έστω και υπό εμβρυακή μορφή. Όταν κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια λόγω έλλειψης καλής θέλησης εκ μέρους της τουρκικής πλευράς δεν επιτεύχθηκε οποιαδήποτε πρόοδος για σχετικά απλά θέματα σοβα